Αξιόλογα στοιχεία για την ιστορία του χωριού μας από την περίοδο της Τουρκοκρατίας

Επιμέλεια : Γιώργος Δ. Καραβίδας

Αξιόλογα στοιχεία για την ιστορία του χωριού μας από την περίοδο της Τουρκοκρατίας τηρούνται στο αρχείο του Δημοτικού Λαογραφικού Μουσείου Καρδίτσας. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αναφορές για τη διοικητική υπαγωγή του χωριού μας, τους φόρους που αυτό πλήρωνε ανάλογα με τις καλλιέργειες και την κτηνοτροφία, κ.λ.π.. Όπως προκύπτει από το σχετικό κείμενο, την περίοδο εκείνη υπήρχε καταγεγραμμένο χωριό με το όνομα «Ζαπάντι», επονομαζόμενο «Σάμ» καθώς και χωριό «Αγιολίτς», που αναφέρεται ως μαχαλάς του χωριού Ζαπάντι (Σαμ). Τα χωριά αυτά φέρονται εξαρτώμενα από άλλο χωριό επονομαζόμενο «Κανάζοβι», όλα αυτά δε μαζί με το χωριό «Ασλάτινα» αποτελούσαν «Τιμάρια  του Μουχαμέντι, παιδί του Γιεγκέν Γιακούμπ». Πιο συγκεκριμένα, παρακάτω παρατίθενται κατά σειρά τα στοιχεία που τηρούνται στο παραπάνω μουσείο και τα οποία είναι :

1. Κείμενο στα αραβικά, το οποίο αποτελεί φορολογικό κατάστιχο με το χωριό, τα ονόματα των υπόχρεων και το όνομα του Τιμαριούχου. Χρονολογείται από την περίοδο της τουρκοκρατίας και συγκεκριμένα από τα έτη 1454-1455 και, όπως προφορικά μας γνωστοποιήθηκε, αποτελεί την παλαιότερη γραπτή μαρτυρία για την περιοχή μας.

2. Τη μετάφραση στη νέα τουρκική γλώσσα του παραπάνω αραβικού κειμένου (εκτός από τα χριστιανικά ονόματα, καθόσον γι’  αυτό συντρέχει ειδικός λόγος).

3. Τη μετάφραση στα ελληνικά από τη νέα τουρκική γλώσσα του ίδιου κειμένου.

Κατεβάστε το πλήρες κείμενο (αρχείο .doc Word 3,64MB)

 

Αρχαία στα Πλατάνια

Το θέμα των αρχαίων τειχών στον οικισμό Πλατάνια του χωριού μας ανακίνησε, με επιστολή του προς το Σύλλογό μας, ο συγχωριανός μας Κώστας Απ. Γκέκας, που κατάγεται από τον οικισμό αυτό. Για την ιστορία παραθέτουμε όλη τη σχετική αλληλογραφία του Συλλόγου με τις αρμόδιες υπηρεσίες καθώς και τη σχετική απάντηση.

Οξυά, 14 Σεπ 2007,

Προς 7η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων
ΘΕΜΑ : Αρχαιολογικοί χώροι στο χωριό Οξυά Καρδίτσας

Σας διαβιβάζουμε σε φωτοαντίγραφο επιστολή συγχωριανού μας προς το Σύλλογό μας, σύμφωνα με την οποία σε τοποθεσία πλησίον του οικισμού «Πλατάνια» του χωριού μας  εντοπίστηκαν ερείπια αρχαίων τειχών. Ως Λαογραφικός, Αρχαιολογικός και Πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού ζητούμε να επιληφθείτε του ζητήματος προκειμένου να διαπιστωθεί η οποιαδήποτε αρχαιολογική αξία των παραπάνω τειχών και να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες για την προστασία τους. Ο Σύλλογός μας προτίθεται να παράσχει, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, οποιαδήποτε διευκόλυνση ή συνδρομή απαιτηθεί.

Ευχαριστούμε και ελπίζουμε να ανταποκριθείτε στο αίτημά μας.

Για το ΔΣ του Συλλόγου
Ο Πρόεδρος

Γεώργιος Δ. Καραβίδας

Οξυά, 10 Οκτ 2007,

Προς:19η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων
ΘΕΜΑ: Αρχαιολογικοί χώροι στο χωριό Οξυά Καρδίτσας

Σε συνέχεια του με Α.Π. 3665/3-10-2007 εγγράφου σας, που αφορά αυτοψία που διενεργήσατε στον οικισμό Πλατάνια του χωριού Οξυά Καρδίτσας για το αναφερόμενο στο Θέμα ζήτημα, θα θέλαμε, κατ’ αρχή να σας ευχαριστήσουμε για την άμεση ανταπόκρισή σας στο αίτημά μας και να εκφράσουμε τη λύπη μας για την όποια ταλαιπωρία άδικα υπεστήκατε, η οποία ωστόσο πιθανό και να είχε αποφευχθεί αν είχε προηγηθεί κάποια τηλεφωνική συνεννόηση.

Ελπίζουμε, το ενδιαφέρον σας να συνεχιστεί σε συνεργασία και με την ΛΔ΄ Ε.Π.Κ.Α., ώστε να διαπιστωθεί η πιθανή αρχαιολογική αξία των παραπάνω χώρων. Ως καταλληλότερο για παροχή αρωγής στο έργο σας, θεωρούμε τον ίδιο τον αποστολέα της επιστολής που παρέλαβε ο Σύλλογός μας αναφορικά με τους παραπάνω αρχαιολογικούς χώρους, ο οποίος γνωρίζει άριστα την περιοχή και με τον οποίο έχουμε συνεννοηθεί τηλεφωνικά και μας δήλωσε ότι προτίθεται να παράσχει κάθε δυνατή διευκόλυνση, αρκεί να προηγηθεί τηλεφωνική συνεννόηση (6944696856, κος Γκέκας Κων/νος), καθότι αυτή την εποχή δεν διαμένει μόνιμα στο χωριό.

Σε κάθε περίπτωση και για οποιοδήποτε ζήτημα μπορείτε να απευθύνεστε και στον Πρόεδρο του Συλλόγου μας κο Καραβίδα (6974456301, 2431075809).

Αναμένουμε με ενδιαφέρον τις επόμενες ενέργειές σας και την απάντησή σας.

 Για το ΔΣ του Συλλόγου
Ο Πρόεδρος

Γεώργιος Δ. Καραβίδας

Οξυά, 31 Οκτ 2007

Προς : Δήμο Μουζακίου, ΔΔ Οξυάς, Μορφωτικό Σύλλογο Δρακότρυπας

ΘΕΜΑ : Αρχαιολογικοί χώροι στην περιοχή Οξυάς

Σας γνωρίζουμε ότι ο Σύλλογός μας έγινε πρόσφατα αποδέκτης επιστολής ιδιώτη συγχωριανού μας, με την οποία μας πληροφορούσε για την πιθανότητα ύπαρξης αρχαίων τειχών στην  περιοχή του οικισμού «Πλατάνια» του χωριού μας.

Ο Σύλλογός μας διαβίβασε την παραπάνω επιστολή στην αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία, η οποία, σε συνεργασία με το Σύλλογό μας, διενήργησε αυτοψία στην παραπάνω περιοχή, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν, όπως προφορικά μέχρι στιγμής ενημερωθήκαμε, να εντοπιστούν πράγματι θέσεις αρχαιολογικού ενδιαφέροντος της ελληνιστικής περιόδου στη θέση «Πύργια – Διασελάκια» της περιοχής αυτής, τμήμα της οποίας γειτνιάζει με τον παραπάνω οικισμό και ανήκει γεωγραφικά στο Δ.Δ. Δρακότρυπας.

Παρακαλούμε για την ενημέρωσή σας και σας γνωρίζουμε ότι μόλις ο Σύλλογός μας λάβει αρμοδίως οποιαδήποτε επίσημη απάντηση για το παραπάνω ζήτημα, θα σας ενημερώσει άμεσα.

Το παρόν έγγραφό μας κοινοποιούμε και στο Μορφωτικό και Εκπολιτιστικό Σύλλογο Δρακότρυπας «Η ΑΝΑΠΛΑΣΗ», για ενημέρωση και με την επιθυμία για συνεργασία στην από κοινού εκδήλωση τυχόν απαιτούμενων πρωτοβουλιών ή ενεργειών, μετά την επίσημη απάντηση της αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας.

 Για το ΔΣ του Συλλόγου
Ο Πρόεδρος

Γεώργιος Δ. Καραβίδας

Οξυά, 19 Νοε 2007,

Προς : ΛΔ΄ Εφορία προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων

ΘΕΜΑ : Αρχαιολογικοί χώροι στο χωριό Οξυά Καρδίτσας

Σε συνέχεια του με Α.Π. 3665/1-11-2007 εγγράφου της 19ης  Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, που σας στάλθηκε και μας κοινοποιήθηκε (και το οποίο σας επισυνάπτουμε), παρακαλούμε όπως μας πληροφορήσετε σχετικά με την ταυτότητα των αναφερομένων στο ίδιο έγγραφο αρχαιολογικών κατάλοιπων, προκειμένου, σε συνεργασία με κάθε αρμόδια αρχή, να ενεργήσουμε κατά το δυνατό, ως αναγνωρισμένος αρμοδίως λαογραφικός- πολιτιστικός και αρχαιολογικός Σύλλογος του χωριού, για την προστασία και την ανάδειξή τους.

Για τυχόν τηλεφωνική επικοινωνία που ήθελε απαιτηθεί παρακαλούμε να απευθύνεστε στον Πρόεδρο του Συλλόγου μας κο Καραβίδα (6974456301, 2431075809).

 Για το ΔΣ του Συλλόγου
Ο Πρόεδρος

Γεώργιος Δ. Καραβίδας

Η απάντηση της αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας, μετά τη σχετική επιτόπια αυτοψία της

Υπουργείο Πολιτισμού
ΛΔ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων
Διευθυντής, Λεωνίδας Π. Χατζηαγγελάκης

Νομός Καρδίτσας Δήμος Μουζακίου
Δημοτικό Διαμέρισμα Οξυάς
Θέση  Πυργάκια

Στον οικισμό Πλατάνια, Νοτιοδυτικά του χωριού της Οξυάς και βόρεια του χωριού Παλαιοχώρι, δεσπόζουν επιβλητικά δύο κορυφές, οι οποίες είναι γνωστές ως «Θέση Πυργάκια». Η ονομασία τους δικαιολογείται από την ύπαρξη αρχιτεκτονικών λειψάνων επάνω σ’ αυτές. Σώζονται τα ερείπια δύο οχυρών, παρατηρητηρίων ή φρυκτωριών. Στην μία από αυτές, στην οποία υπάρχει τριγωνομετρικό σημείο του στρατού, διακρίνεται η κάτοψη ενός τετράγωνου σχεδόν κτίσματος, με διαστάσεις 7,00 x 7,00 περίπου μέτρα. Στο άλλο ύψωμα  διακρίνεται επίσης η κάτοψη ενός κτίσματος σχεδόν τετράγωνου, διαστάσεων 10,00 x 10,00 περίπου μέτρα. Έπειτα από επιφανειακή έρευνα δεν βρέθηκαν στοιχεία, όπως κεραμική, ώστε να συμπεράνουμε σε ποια χρονική περίοδο ανήκουν.

Η θέση των οχυρών αυτών, φρυκτωριών ή παρατηρητηρίων είναι περίοπτη και στρατηγική, καθώς έλεγχαν το πέρασμα από τους Γόμφους (Μουζάκι) προς την Αμβρακία (Άρτα).

Η πρόσβαση στις θέσεις αυτές, οι οποίες βρίσκονται σε υψόμετρο περίπου 950 μέτρα, γίνεται από δύσβατα μονοπάτια.

Οξυά, 29 Οκτ 2008

Προς : ΛΔ΄ Εφορία προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων
ΘΕΜΑ : Αρχαιολογικοί χώροι στο χωριό Οξυά Καρδίτσας

Σας υπενθυμίζουμε μεταξύ μας αλληλογραφία αναφορικά με την ύπαρξη υπολειμμάτων  αρχαίων τειχών στη θέση «Πυργάκια» του οικισμού Πλατάνια του χωριού μας.

Σε σχετική με το θέμα απάντησή σας και στην ενημέρωση που μας παρείχατε, αναφέρεστε στη μη ύπαρξη κατάλληλων υπολειμμάτων – όπως κεραμική – με βάση τα οποία θα μπορούσατε να εξάγετε πιο λεπτομερή συμπεράσματα για τα τείχη αυτά.

Διαβάζοντας την απάντησή σας αυτή, που δημοσιεύσαμε στην εφημερίδα του Συλλόγου μας, πολλοί συγχωριανοί μας αλλά και κάτοικοι γειτονικών με το χωριό μας περιοχών, μαρτυρούν για την ύπαρξη πολλών υπολειμμάτων από τέτοια κεραμικά αντικείμενα – όπως άλλωστε διαπιστώθηκε και κατά την αρχική επίσκεψη στο χώρο από υπαλλήλους της 19ης  Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, στην οποία είχε αρχικά απευθυνθεί ο Σύλλογός μας και η οποία σας διαβίβασε για λόγους αρμοδιότητας την υπόθεση. Τα ίδια άτομα απευθύνουν προς το Σύλλογό μας αιτήματα και εκκλήσεις για μια πιο εμπεριστατωμένη από την υπηρεσία σας έρευνα και ανάλογο πόρισμα για την περιοχή.

Μετά τα παραπάνω και αφού προηγουμένως εκφράσουμε ως Σύλλογος την ικανοποίησή μας για το μέχρι σήμερα ενδιαφέρον σας, παρακαλούμε όπως ενεργήσετε ότι επιπλέον είναι δυνατό ώστε να εξαχθούν πιο λεπτομερή συμπεράσματα για την παραπάνω περιοχή, προκειμένου αυτή να προστατευθεί και να αξιοποιηθεί κατάλληλα αλλά και να αναδειχθεί πλήρως το συγκεκριμένο αυτό κομμάτι της ιστορίας του χωριού μας.

Για τυχόν τηλεφωνική επικοινωνία που ήθελε απαιτηθεί παρακαλούμε να απευθύνεστε στον Πρόεδρο του Συλλόγου μας κο Καραβίδα (6974456301, 2431075809).

 Για το ΔΣ του Συλλόγου
Ο Πρόεδρος

Γεώργιος Δ. Καραβίδας

Το Στρατόπεδο του Καραϊσκάκη στην Οξυά και οι αψιμαχίες στη Νευρόπολη

Ο Καραϊσκάκης υπήρξε η μεγαλύτερη στρατιωτική φυσιογνωμία της εποχής του. Δυστυχώς μόνο λίγοι διέγνωσαν εγκαίρως τις ικανότητας του και μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται ο Κολοκοτρώνης, που λέγεται ότι μοιρολόγησε σταυροπόδι, σαν γυναίκα, το θάνατο του ήρωα.

Όλοι οι βιογράφοι – φίλοι και αντίπαλοι – εκφράσθηκαν με θαυμασμό γι’ αυτόν και δυστυχώς οι περισσότεροι, αντιλήφθηκαν την αξία του μετά το θάνατό του. «Μέγα άνδρα», τον ονομάζει ο Καρλάιλ και ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος έλεγε γι’ αυτόν ότι είναι «Δυο φορές πιο μεγάλος απ’ τον Αϊ – Γιώργη».

Ο ιστορικός Κων/νος Παπαρρηγόπουλος εξιστορώντας το βίο και την πολιτεία του Μαυροκορδάτου, του οποίου ήταν θαυμαστής, γράφει: «Εν μόνον λάθος έπραξαν (ο Μαυροκορδάτος), ότι δεν εμάντευσεν την αξίαν του Καραϊσκάκη και περιήλθεν εις ρήξιν με τον άνδρα εκείνον, όστις, μετά δύο έτη, εις στιγμήν κρισιμοτάτην, έμελλε ν ‘ αποδείξει δι’ έργων λαμπρών ότι είναι κράτιστος των κατά ξηράν αναδειχθέντων».

Ήδη από το 1822 ο Καραϊσκάκης, με τη βοήθεια και του Γιαννάκη Ράγκου εγκαθίσταται στο αρματολίκι των Αγράφων, αφού κατορθώνει να εκτοπίσει από αυτό τους τελευταίους Μπουκοβαλαίους, οι οποίοι κατείχαν το αρματολίκι πάππου προς πάππου, κληρονομικώ δικαιώματι. Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι η περίφημη οικογένεια των Μπουκοβαλαίων, που έδωσε τόσους γνωστούς αρματολούς, τα τελευταία χρόνια πριν από την επανάσταση του 1821, είχε εκφυλισθεί και έτσι δεν ήταν δύσκολο στον να παραγκωνίσει τους τελευταίους απογόνους της.

Τους καπεταναίους των αρματολικιών βέβαια διόριζαν οι τούρκοι πασάδες. Αυτό δεν συνέβη στην περίπτωση του Καραϊσκάκη, ο οποίος κατέλαβε το αρματολίκι των Αγράφων χωρίς τη συγκατάθεση τους, ούτε όμως και αντέδρασαν οι τελευταίοι, ίσως γιατί προτίμησαν να τον έχουν προσωρινά σύμμαχο παρά ενοχλητικό αντίπαλο. Οι σχέσεις του Καραϊσκάκη με τους Τούρκους δεν ήταν ποτέ σταθερές. Όταν είχε δυσκολίες παρίστανε τον υποταγμένο φίλο και όταν εύρισκε ευκαιρία αποστατούσε και έγραφε τα φιρμάνια τους στα παλιά του τα παπούτσια (η ανάλογη έκφραση του Καραϊσκάκη ήταν άλλη). Οι Τούρκοι ασφαλώς γνώριζαν το χαρακτήρα του άνδρα, αλλά προσποιούνταν ότι τον πίστευαν, περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία για να τον εξοντώσουν.

Το αρματολίκι των Αγράφων

Ευθύς εξαρχής από την εγκατάσταση του Καραϊσκάκη στο αρματολίκι των Αγράφων διαφάνηκε η διάθεση του Ράγκου να τον εκτοπίσει, και να πάρει εκείνος τη θέση του. Για να πετύχει το σκοπό του χρησιμοποίησε κάθε είδους ραδιουργία  προς τον Μαυροκορδάτο, που ήταν τότε διοικητής της «Δυτικής Χέρσου Ελλάδος» με έδρα το Μεσολόγγι. Σ’ αυτό τον βοήθησε και ο ίδιος ο Καραϊσκάκης με τη στάση του, με την απείθεια του προς τη διοίκηση του Μαυροκορδάτου, με τον ανυπότακτο χαρακτήρα του, την αθυροστομία του και μι το κρυφτούλι που έπαιζε με τους Τούρκους. Το πράγμα δεν άργησε να καταλήξει σε ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ Μαυροκορδάτου και Καραϊσκάκη τον οποίο ο πρώτος θεωρούσε ύποπτο συνεργασίας με τον εχθρό – αργότερα τον πέρασαν από δίκη γι’ αυτό – στην παρούσα όμως φάση ο Μαυροκορδάτος έδειχνε φανερά την προτίμηση του προς το Ράγκο.

Ο Καραϊσκάκης νιώθοντας κατατρεγμένος από Τούρκους και Έλληνες, ιδιαίτερα μετά τη σύγκρουση του με τους πρώτους στο Σοβουλάκου, δίδοντας δε στα γεγονότα και μεγαλύτερες διαστάσεις από τις πραγματικές, με τον ευφάνταστο χαρακτήρα του, έβλεπε ως μόνο και ασφαλές καταφύγιο του το αρματολίκι των Αγράφων και προσπαθούσε να το κρατήσει με νύχια και με δόντια.

Παντού γύρω του έβλεπε εχθρούς σταλμένους από τον Μαυροκορδάτο για να τον δολοφονήσουν. Ο μόνος προς τον οποίο είχε εμπιστοσύνη ήταν ο αρματολός του Ασπροπόταμου Νίκος Στορνάρης. Ετσι πρέπει να εξηγήσουμε και τη σύγκρουσή του με τους 300 περίπου Σουλιώτες του Κίτσου Τζαβέλλα, όταν αυτοί επιχείρησαν να περάσουν στα Άγραφα και τον Ασπροπόταμο. Το γεμάτο οργή γράμμα του Καραϊσκάκη είναι, εύγλωττο: «Κίτσιο Τζιαβέλλα και λοιποί. Έμαθα το απέρασμά σας εις Ασπροπόταμον. Πού πάτε κλέφτες, λησταί της πατρίδος και προδότες, παλιοτσάρουχα; Τριακόσιοι άνθρωποι θα μας φέρουν την ελευθερίαν; Ή θαρρείτε δεν ηξεύρωμεν τους σκοπούς σας: Επουλήσατε την πατρίδα σας και τώρα τρέχετε εδώ και εκεί και χαλάτε, τον κόσμον. Όχι, αν είναι το Ρωμέικο να μας το φέρετε εσείς οι τριακόσιοι άνθρωποι, δεν το θέλομεν. Έχομεν και στράτευμα και αλλάς δυνάμεις, όταν μας διορίσει το Έθνος να βαρέσωμεν. Δια τούτο, άμα λάβετε το γράμμα, αμέσως να φύγετε, διότι να μη μας κάνετε απίστους. 20 Απριλίου 1823 Καραϊσκάκης».

Είχε λοιπόν σοβαρούς λόγους να μην προκαλεί προς το παρόν τους Τούρκους, όταν όμως νόμιζε ότι απειλείται το αρματολίκι του, δεν δίσταζε να συγκρουστεί και με αυτούς, όπως συνέβη στου Σοβουλάκου. Αλλά και την εσωτερική οργάνωση του αρματολικιού δεν παραμέλησε και επέβαλε τάξη και ασφάλεια και απόδοση δικαιοσύνης στο φτωχό λαό. Γράφει ο Κασομούλης: «Εις εκείνην την περίστασιν διοργάνωσεν την δημογεροντίαν των Αγράφων και εσύστησε Τράπεζαν οικονομικήν των εσόδων και εξόδων. Επίτροπον εις την ληψοδοσίαν είχε διορισμένον τον  λογιώτατον Κερασοβίτην, όστις εχαίρετο όλην την υπόληψιν της επαρχίας και την εμπιστοσύνην του (του Καραϊσκάκη).

Οι Σουλιώτες επέστρεψαν τελικά στο Βάλτο και, διέδιδαν παντού τα παθήματα τους, κατηγορώντας τον Καραϊσκάκη ως τουρκολάτρη.

Το στρατόπεδο της Οξυάς

Οι Μακεδόνες οπλαρχηγοί Καρατάσιος, Γάτσος και άλλοι, οι οποίοι βρίσκονταν στα νησιά, βγήκαν στο Τρίκερι και απειλούσαν σοβαρά την κυριαρχία των Τούρκων στην Ανατολική Θεσσαλία. Φοβούμενοι οι τελευταίοι ότι, θα βρίσκονταν σε δεινή θέση, αν η επανάσταση από Πήλιο, Αγραφα και Ασπροπόταμο εξαπλωνόταν στη Θεσσαλία, με μια αιφνιδιαστική κίνηση, μια τουρκική στρατιά προσέβαλε τους επαναστάτες στο Τρίκερι και ο Σελιχτάρ Μπόδας με 4 χιλιάδες κινήθηκε κατά του Στορνάρη στον Ασπροπόταμο και του Καραϊσκάκη στα Αγραφα. Χωρίς ο τελευταίος να συναντήσει σοβαρή αντίσταση, αφού λεηλάτησε τα προσκυνημένα χωριά στα ριζά των Αγράφων και αιχμαλώτισε τους κατοίκους, έφτασε στη Νευρόπολη και οχυρώθηκε στο κέντρο της πεδιάδας, στον πύργο και στα γύρω υψώματα του χωριού Στούγκου (σημερινό Κρυονέρι), που ήταν τότε τσιφλίκι του Τσολάκογλου.

Ο Καραϊσκάκης, που μέχρι τότε τηρούσε στάση επαμφοτερίζουσα, αντιλαμβάνεται πλέον ότι το κρυφτούλι με τους Τούρκους τελείωσε οριστικά. Στέλνει αμέσως γράμματα στους καπεταναίους Μήτσιο Κοντογιάννη, Δήμο Σκαλτσά, γερο – Πανουργιά, Οδυσσέα Ανδρούτσο, Σιαφάκα, Γιολδασαίους, Πεσλή και άλλους και τους καλεί αμέσως σε βοήθεια. Όλοι έστειλαν δύναμη και μερικοί ήρθαν αυτοπρόσωπους και έτσι άρχισε να συγκροτείται το στρατόπεδο της Οξυάς.

Το στρατόπεδο, ημέρα την ημέρα αυξανόταν και έφτασε  τελικά 4.500 εμπειροπόλεμους άνδρες. Οπλαρχηγοί, προσωπικά στηρίγματα του Καραϊσκάκη, στους οποίους είχε απόλυτη εμπιστοσύνη ήταν ο Σωτήρης Συντεκνιώτης, ο Αντώνης Ζαραλής και ο Γιάννης Φραγκίστας. Υπήρχαν και άλλοι δευτερότεροι.

Τις απογευματινές ώρες μεταξύ 5 και 10 Ιουνίου, ο Καραϊσκάκης συγκεντρώνει ως 1500 πολεμιστές και τους χωρίζει σε τρία τμήματα, με σκοπό να αιφνιδιάσει τους Τούρκους, επιτιθέμενος από τρεις κατευθύνσεις. Ο ίδιος τοποθετήθηκε στο μέσον. Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν στην αρχή και δεν βγήκαν από τα οχυρώματα που είχαν κατασκευάσει τις προηγούμενες ημέρες. Σύντομα όμως συνήλθαν και με τη βοήθεια του ιππικού τους έτρεψαν σε φυγή τη δεξιά πτέρυγα των Ελλήνων, που διοικούσε ο Φραγκίστας. Το ιππικό στράφηκε ακολούθως προς το κέντρο και το αριστερό και δημιούργησε σύγχυση και αταξία στις τάξεις των Ελλήνων. Ο ίδιος ο Καραϊσκάκης σώθηκε χάρη στα πόδια του. Τα διασκορπισμένα τμήματα συγκεντρώθηκαν στα υψώματα της  Κερασιάς. Εκεί ο Καραϊσκάκης έδειχνε άρρωστος και συντετριμένος για την αποτυχία της Επιχείρησης.

«Εβράδυασεν και η νυξ διασκέδασε την λύπην του», γράφει ο Κασομούλης. Την επομένη το στράτευμα μετακινήθηκε πάλι στο στρατόπεδο της Οξυάς, όπου ο Καραϊσκάκης περίμενε τις επικουρίες για να επιχειρήσει δεύτερη επίθεση κατά των Τούρκων της Νευρόπολης.

Το ερώτημα που αντιμετώπισαν οι ιστορικοί είναι γιατί απέτυχε με τόσο οικτρό τρόπο μια επιχείρηση που οργανώθηκε από τον Καραϊσκάκη -στρατιωτική ευφυία σε τέτοιες αιφνιδιαστικές επιθέσεις – ο οποίος μάλιστα διέθετε αξιόλογη δύναμη εμπειροπόλεμων στρατιωτών και αξιωματικών.

Η απάντηση έχει σχέση με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω. Ο Καραϊσκάκης βιάστηκε να αρχίσει την επίθεση και είχε γι’ αυτό τους λόγους του. Οι δυο μάλιστα εγκυρότεροι βιογράφοι του, ο Κασομούλης και ο Αινιάν, σ’ αυτόν μόνο το λόγο αποδίδουν την ήττα. Οι υπόλοιποι ιστορικοί, πολύ λίγο ασχολήθηκαν με αυτή την περίοδο.

Αναφέρθηκε ότι αυτή την περίοδο ο Καραϊσκάκη; αισθανόταν κατατρεγμένος από όλους και γι’ αυτό υποπτευόταν τους πάντες. Και το στράτευμα που άρχισε να συνάζεται στο στρατόπεδο της Οξυάς τον ανησυχούσε. Ανάμεσά τους διέβλεπε ανθρώπους του Μαυροκορδάτου, εχθρούς πραγματικούς ή φανταστικούς. Ήθελε λοιπόν να ξεμπερδεύει με τους Τούρκους μια ώρα αρχίτερα, και για να εδραιώσει το κύρος του στο στράτευμα και στην κυβέρνηση και για να διαλύσει το στρατόπεδο της Οξυάς. Ένας πρόσθετος λόγος ήταν ότι ένα τόσο μεγάλο στράτευμα σύντομα θα άρχιζε τη λεηλασία των γύρω χωριών, μόλις τελείωναν οι πρώτες προμήθειες. Οι. υποψίες του Καραϊσκάκη δεν άφησαν ανέγγιχτο ούτε αυτόν τον αφοσιωμένο φίλο του Γιάννη Φραγκίστα τον οποίο κατηγόρησε (αδίκως βέβαια) ότι υποχώρησε βάσει σχεδίου για να εκθέσει τον αρχηγό του. Από την άλλη ο Φραγκίστας «έδιδε την αιτίαν του χαλασμού του εις το άσκεπτον και απερίσκεπτον Καραϊσκάκη» και οι δυο άνδρες ψυχράνθηκαν πολύ.

Η συνθήκη

Ενώ ο Καραϊσκάκης τοποθετήθηκε και πάλι στην Οξυά και προετοίμαζε δεύτερο κίνημα κατά των Τούρκων της Νευρόπολης, έφτασε ένας πεζός, απεσταλμένος από τον Σελιχτάρ Μπόδα, με γράμμα προς τον Καραϊσκάκη, που έγραφε πως ό,τι έγινε ήταν από λάθος του βεζύρη και τώρα πρέπει να κάμουν ειρήνη μεταξύ τους Έλληνες και Τούρκοι και να ζήσουν όπως πρώτα. Ο Καραϊσκάκης να αναλάβει τη θέση του στο αρματολίκι και το στρατόπεδο να διαλυθεί. Σύμφωνα με άλλους το γράμμα δεν προερχόταν από τον Σελιχτάρ Μπόδα, αλλά από τον Χουρσίτ πασά και τον Ισμαήλ Πλιάσα, πασάδες της Λάρισας και τον Τρικάλων αντίστοιχα. Οι Τούρκοι συνάντησαν σοβαρές δυσκολίες στο Τρίκερι και είχαν ανάγκη να στείλουν εκεί επικουρίες, εξ ου και η επιθυμία τους για ειρήνευση στα Άγραφα, ενώ μάλιστα βρίσκονταν και σε πλεονεκτική θέση έναντι των Ελλήνων.

Εν τω μεταξύ ο Καραϊσκάκης από την υπερβολική κόπωση και τη στενοχώρια αρρώστησε, και μεταφέρθηκε στο Μοναστήρι της Οξυάς, ώσπου να συνέλθει. Εκεί συγκεντρώθηκε σιγά σιγά («ανεπαισθήτως», γράφει ο Κασομούλης) όλο σχεδόν το στράτευμα. Ο αρχηγός κάλεσε όλους τους καπεταναίους στο γιατάκι του, για να συσκεφθούν σχετικά με την απάντηση που θα έδιναν στο γράμμα των Τούρκων για ειρήνη.

Πρώτος πήρε το λόγο ο Καραϊσκάκης και εισηγήθηκε στους υπόλοιπους να δεχτούν την ειρήνευση, με τον όρο οι Αλβανοί να αποσυρθούν ολωσδιόλου από τα Άγραφα και τον Ασπροπόταμο και να αφήσουν ελευθέρους όλους τους αιχμαλώτους που είχαν πάρει από τα προσκυνημένα χωριά. Οι λόγοι που πρόβαλε ήταν κυρίως δυο, οι εξής: 1) ‘Οτι ο ίδιος είναι άρρωστος και χωρίς αυτόν ο πόλεμος δεν θα έχει αποτέλεσμα και 2) ότι υπάρχουν ανάμεσα τους πολλοί ραδιούργοι και υποπτεύεται πως μετά από 3-4 μέρες πόλεμο, θα σκανδαλίσουν το στράτευμα, που θα διασκορπιστεί και θα αρχίσει τις λεηλασίες.

Εκ μέρους των αρχηγών απάντησε στον Καραϊσκάκη ο Στουρνάρης, ο οποίος είπε ότι οι Τούρκοι δεν είναι ειλικρινείς, όταν ζητούν ειρήνη, ενώ εν τω μεταξύ έχουν καταστρέψει δεκάδες χωριά και έχουν αιχμαλωτίσει, τόσους αθώους ανθρώπους. «Είναι Τούρκοι, είναι άπιστοι και ζητούν ειρήνη διά άλλην καμίαν κωλοσφίξιν όπου έχουν. Ευθύς όμως που δυναμώσουν, ούτε θέλει ενθυμηθούν ότι υπάρχει συνθήκη», είπε. Και η απάντηση του Καραϊσκάκη: «Ωχ αδερφέ Στορνάρη, κλείω τώρα την ειρήνη. Δεν με άρεσε μεθαύριον, την χέζω και εγώ και εσύ και όλοι μας».

Κατόπιν κάλεσε τον απεσταλμένο των Τούρκων, κάποιον Ταΐραγα, φοροεισπράκτορα των Τούρκων και γνωστόν του Καραϊσκάκη, γιατί γύριζε τα Άγραφα και συγκέντρωνε τους φόρους για λογαριασμό των Τούρκων και, αφού τον στόλισε και αυτόν, τους αρχηγούς του και τον σουλτάνο του με τα χειρότερα κοσμητικά επίθετα, που μόνο εκείνος εκστόμιζε, τον παρέδωσε στους αρχηγούς, για να τους εξηγήσει τους όρους της ειρήνης. Φυσικά κανένας δεν πίστεψε στις ειρηνοποιές διαθέσεις των Τούρκων και ο Στορνάρης, εκ μέρους όλων, είπε: «Όλα ψέματα, Καραταΐρη. Την ηύρατε χοντρήν εμπροστά σας και θέλει χοντρύνει ακόμα περισσότερον, και το προβλέπετε, και ζητείτε την ειρήνην!».

Εντούτοις η συνθήκη συμφωνήθηκε και την υπόγραψαν εκ μέρους όλων, ο Καραϊσκάκης και ο Στορνάρης. Οι Αλβανοί αποσύρθηκαν από τη Νευρόπολη και τον Ασπροπόταμο και ο κατατρεγμένος λαός ξαναγύρισε στα ρημαγμένα χωριά του, για να βρει στάχτες και καπνίζοντα ερείπια.

Καθένας βέβαια θα αναρωτιέται, τι είδους συνθήκες με τους Τούρκους έκαναν οι καπεταναίοι των Αγράφων και του Ασπροποτάμου τη στιγμή που το επαναστατημένο Έθνος βρισκόταν σε πόλεμο μαζί τους, διεξήγαγε τον υπέρ πάντων αγώνα και είχε ανάγκη όλων των τέκνων του. Πολύ δε περισσότερο, αφού ήταν ήδη γνωστό ότι η ειρήνη στα Άγραφα θα απελευθέρωνε τις τουρκικές δυνάμεις και θα έφερνε σε δυσχερή θέση τους αγωνιζόμενους στο Τρίκερι και αλλού. Και ακόμη πως δεχόταν η Διοίκηση τις εξηγήσεις των καπεταναίων, για την ανάγκη που τους ώθησε να συνάψουν με τους Τούρκους συνθήκες ερήμην της;

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, στις 12-6-1823 ο Ν. Στορνάρης, ο Σιαφάκας, Γρηγόρης Λιακατάς, Γ. ΙΙεσλής, Νάσιος Μάνταλος και Καραϊσκάκης με γράμμα τους προς τη Διοίκηση, εξηγούσαν τους λόγους που τους ανάγκασαν να συνθηκολογήσουν με τον εχθρό. Εκ των υστέρων δύο εξηγήσεις μπορούν να δοθούν:

1ον) Η Διοίκηση γνώριζε ότι εκστρατεία μεγάλη και συστηματική, που να κρατήσει, μήνες, ήταν αδύνατο να γίνει στα Άγραφα, εξαιτίας της δυνατότητας που είχαν οι Τούρκοι να συγκεντρώνουν μεγάλες δυνάμεις και ότι, αν επιχειρούνταν, το βέβαιο αποτέλεσμα θα ήταν η καταστροφή του τόπου και της επανάστασης.

2ον) Οι καπεταναίοι των Αγράφων δεν ήταν ακόμη ώριμοι να εγκαταλείψουν τα αρματολίκια τους και να αφοσιωθούν σε έναν εθνικό αγώνα. Ο Καραϊσκάκης ήταν προσκολλημένος στα Άγραφα, ο Στορνάρης στον Ασπροπόταμο και άλλοι σε άλλες επαρχίες. Η Διοίκηση το γνώριζε αυτό και, φρονίμως ποιούσα, ανεχόταν την κατάσταση και περίμενε καλύτερες ημέρες. Από την όλη εξέλιξη των πραγμάτων και τον μετέπειτα εθνοσωτήριο ρόλο που έπαιξε ο Καραϊσκάκης στον αγώνα αποδείχθηκε ότι σε εκείνη την περίσταση η Διοίκηση έπραξε το σωστό.

Επιλεγόμενα

Η διαπραγμάτευση ενός θέματος, που έχει σχέση με τη δράση του στρατάρχη της Ελλάδας στην πιο κρίσιμη περίοδο της ιστορικής πορείας της απαιτεί μεγάλη προσπάθεια, ώστε να μην υποκύψει κανείς στον πειρασμό να υπερτονίσει τις μεγάλες πράγματι αρετές του ήρωα, αλλά και να αποσιωπήσει τις αδυναμίες του χαρακτήρα του.

Στο μέτρο του δυνατού προσπάθησα να αποφύγω τις υπερβολές και να παρουσιάσω το θέμα, άσο πιο αντικειμενικά γινόταν και όσο μου επέτρεψε η υπάρχουσα βιβλιογραφία.

Οι μεγάλοι του Αγώνα ήταν και αυτοί συνηθισμένοι άνθρωποι, με αρετές, αλλά και με ανθρώπινες αδυναμίες και αυτό τιμά περισσότερο την προσφορά τους. Για να είναι κανείς δίκαιος μαζί τους πρέπει να κρίνει τις πράξεις τους με τα δεδομένα της εποχής τους και όχι με τα σημερινά και αυτό είναι όντως πολύ δύσκολο.

Ο Καραϊσκάκης δοξάστηκε όσο κανείς άλλος από τους αρχηγούς του ’21 και κατάκτησε τη δόξα και τον πανελλήνιο θαυμασμό για τους αγώνες του, η μεγάλη του αγάπη όμως παρέμειναν ως το τέλος της ζωής του τα Άγραφα. Θαρρείς, πως, σαν τον μυθικό Ανταίο, έπαιρνε δύναμη από τα βουνά τους και γι’ αυτό τα υπερασπιζόταν με τόση επιμονή και μεταχειριζόταν χίλια τεχνάσματα, για να τα γλιτώσει από το χαλασμό.

Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω προφορική παράδοση, που διασώθηκε στα χωριά των Αγράφων: Όταν ο Καραϊσκάκης αποφάσισε να λάβει ενεργό μέρος στον μεγάλο αγώνα του Έθνους, εμπιστεύτηκε τα Άγραφα στη Δημογεροντία, που αυτός ο ίδιος παλαιότερα συγκρότησε. Κάλεσε τους δημογέροντες στο Νεοχώρι – έδρα της δημογεροντίας – και απευθυνόμενος στον πρόεδρό της Γιαννάκη Ζωγλοπίτη, του είπε: «Τώρα, Τουρκογιάννη, θα το κάμουμε Ρωμαίικο. Εγώ φεύγω. Έχω το λόγο σας ότι δεν θα κάμετε καπάκια με τους Τούρκους; «Μπέσα για μπέσα», αποκρίθηκε ο Γιαννάκης.

Αποχαιρέτισε για τελευταία φορά τα αγαπημένα του Άγραφα και πέταξε προς τη δόξα και την αθανασία. Αυτά συνέβησαν το Μάη τον 1824. Η χρονολογία αυτή θεωρείται ορόσημο στη στρατιωτική σταδιοδρομία του Καραϊσκάκη. Ο Μεγάλος Άνδρας έκτοτε μεταμορφώνεται σε πολέμαρχο, απόλυτα αφοσιωμένο στην υπόθεση της απελευθέρωσης της πατρίδας, σε βαθμό που οι παλαιοί συμπολεμιστές αλλά και οι αντίπαλοί του – που δεν ήταν λίγοι – να μιλούν για θαύμα.

Τις μεγάλες στρατιωτικές αρετές του έδειξε το 1826 και 1827, όταν επιτέλους η κυβέρνησε του ανέθεσε την αρχιστρατηγία των στρατευμάτων της Στερεάς Ελλάδας. Έδειξε ασυνήθιστη μεγαλοψυχία και συμφιλιώθηκε με τους πρώην εχθρούς του, απόλυτη αφοσίωση στην κυβέρνηση και κατόρθωσε να συγκροτήσει τη μεγαλύτερη στρατιά, από όσες ποτέ είχε η επανάσταση, εμπνέοντας την εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του όλων εκείνων των αρειμάνιων και ανυπότακτων συμπολεμιστών του.

Τα αποτελέσματα της στρατηγικής του φάνηκαν στις περίλαμπρες νίκες στην Αράχοβα, στο Δίστομο, στο Κερατσίνι και αλλού. Δυστυχώς η μοίρα φθόνησε τον άνδρα και δεν του επέτρεψε να ολοκληρώσει το εθνοσωτήριο έργο του. Του έκοψε το νήμα στις 23 Απριλίου 1827 ανήμερα της ονομαστικής γιορτής του.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Το κείμενο ανήκει στο συνταξιούχο εκπαιδευτικό, λαογράφο και ιστορικό ερευνητή κο Λάμπρο Γριβέλα και εκφωνήθηκε από τον ίδιο σε σχετική με το θέμα ομιλία, που οργάνωσε ο Λαογραφικός Αρχαιολογικός και Πολιτιστικός Σύλλογος Οξυάς «Το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας», στο Μουζάκι, τον Ιανουάριο του 2008.

Επιμέλεια  άρθρου : Γιώργος Δ. Καραβίδας, Πρόεδρος του Λαογραφικού, Αρχαιολογικού και Πολιτιστικού Συλλόγου Οξυάς «Το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας».

ΤΟ ΚΑΜΙΝΙ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΓΚΕΚΑ

Σύμφωνα με μαρτυρίες, που κατέγραψε ο Σύλλογός μας, το καμίνι άρχισε να λειτουργεί λίγο μετά το 1949, στον οικισμό Παλιάμπελα Οξυάς. Τότε υπήρχε στο Μεσοράχι ακόμα ένας επαγγελματίας του είδους, που ονομάζονταν Πλακιάς. Είχε και αυτός καμίνι και εξυπηρετούσε το χωριό. Σ’ αυτόν δούλευε από μικρός και ο Βασίλης Γκέκας και εκεί έμαθε πολλά για τη δουλειά. Όταν φτιάχνονταν το καμίνι, το 1947-48, ο Βασίλης δούλευε ακόμα στον Πλακιά. Τα βασικά υλικά για την λειτουργία του καμινιού (φυσερό, μέταλλα, κ.λ.π.) έφερε στο χωριό από το Βόλο ο αδελφός του Βασίλη, ο Ηλίας Γκέκας.

Το 1948 – 49, όλο το χωριό κατάφυγε στο Μουζάκι, λόγω του εμφυλίου.  Εκεί ο Βασίλης πήγαινε και μάθαινε την τέχνη του σιδερά στον Φίλιππα Πλακιά. Στο χωριό το καμίνι άρχισε να λειτουργεί μετά το 1949. Σ’ αυτό έρχονταν οι χωριανοί με κασμάδες, αλέτρια, κ.λ.π., που χρειάζονταν επισκευές. Πολλοί έφτιαχναν εκεί καινούργια τέτοια αντικείμενα.

Για να δουλέψει το καμίνι χρειάζονταν τουλάχιστο δύο άτομα. Ο ένας έπρεπε να κάνει το βοηθό, που τραβούσε πάνω – κάτω το σκοινί για να δουλεύει το φυσερό και να διατηρούνται αναμμένα τα κάρβουνα ή βοηθούσε και στη σφυρηλάτηση των αντικειμένων, όταν αυτά έβγαιναν από τα κάρβουνα, σύμφωνα πάντα με τις κατευθύνσεις που έδινε ο «οδηγός», ο τεχνίτης δηλαδή. Στο τέλος, βουτάγανε το αντικείμενο στο νερό. Στην αρχή αυτό γίνονταν σιγά – σιγά, ώστε να είναι δυνατό να του δώσουν τη μορφή που ήθελαν και παράλληλα αυτό να αποκτά και αντοχή. Κατόπιν το βουτάγανε και ολόκληρο, οπότε τελείωνε και η σχετική διαδικασία.

Τα κάρβουνα τα φτιάχνανε μόνοι τους. Καίγανε σε μεγάλους σωρούς απλά ξύλα καστανιάς ή κέδρου, που τα μαζεύανε από το δάσος, μέχρι να γίνουν κάρβουνα.  Κατόπιν ρίχνανε στα κάρβουνα χώμα και τα σκορπίζανε στο έδαφος. Μετά από λίγο αυτά κρύωναν και τότε ήταν έτοιμα για το καμίνι.

Ο Βασίλης Γκέκας δεν είχε μάθει γράμματα. Του άρεσε, όμως, η δουλειά του και ήταν καλός τεχνίτης. Πετύχαινε ότι του ζητούσες. Στο  καμίνι έρχονταν πελάτες απ’ όλο το χωριό. Ήταν μεγάλο χωριό η Οξυά τότε. Δεκαέξι μαχαλάδες. Ο Βασίλης είχε το καμίνι ως κύρια επαγγελματική ενασχόληση, όταν όμως δεν είχε πολύ δουλειά έκανε και τον αγωγιάτη, όπως όλη η Οξυά.

Τα απαραίτητα για την εργασία του υλικά ο Βασίλης Γκέκας τα προμηθεύονταν από το Μουζάκι. Από τα πιο σημαντικά υλικά για να λειτουργήσει το καμίνι ήταν το «τσιλίκι». Ένα πολύ σκληρό μέταλλο που το χρησιμοποιούσαν για να μη στομώνουν τα αντικείμενα Ο κόσμος εξυπηρετούνταν με το καμίνι πάρα πολύ. Αρκετοί απ’  αυτούς που έρχονταν ως πελάτες έκαναν και τους βοηθούς.

Το καμίνι δούλεψε μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1970, οπότε και σταμάτησε να λειτουργεί. Τότε ο κόσμος άρχισε να φεύγει για τις πόλεις και έτσι η δουλειά άρχισε να σπάει. Πολλοί πήγαν στο Μαυρομάτι, στην Αγχίαλο, στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, κ.λ.π..

Τα αντικείμενα του καμινιού μεταφέρθηκαν στα γραφεία του Συλλόγου στις 7 Δεκεμβρίου 2008, μετά από σύμφωνη γνώμη των οικείων του Βασίλη Γκέκα, από το τότε Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου, αποτελούμενο από τους  Γεώργιο Δ. Καραβίδα (πρόεδρο), Στέφανο Ν. Παπαρίζο (αντιπρόεδρο), Τερψιθέα Ε. Χουρδάκη (Γραμματέα), Νικόλαο Η. Σερίφη (Ταμία) και Θωμά Χ. Ζαρνακούπη, Ευάγγελο Λ. Κουτσικουρή, Δημήτριο Α. Τρυφέρη, ως μέλη.

Τα αντικείμενα του καμινιού εξακολουθούν να ανήκουν στους οικείους του Βασίλη Γκέκα. Σκοπός της μεταφοράς τους στο χώρο αυτό ήταν η με ευθύνη του Συλλόγου προστασία τους από τους κινδύνους που διέτρεχαν από την εγκατάλειψή τους, με ταυτόχρονη έκθεσή τους σε όσους συγχωριανούς επιθυμούν να ενημερωθούν για το καμίνι και τη λειτουργία του. Απώτερος στόχος η επαναφορά τους στο φυσικό τους χώρο, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Τα στοιχεία για την ίδρυση και τη λειτουργία του καμινιού αφηγήθηκε ο Ηλίας Ν. Γκέκας, αδελφός του Βασίλη.

Επιμέλεια  άρθρου : Γιώργος Δ. Καραβίδας, Πρόεδρος του Λαογραφικού, Αρχαιολογικού και Πολιτιστικού Συλλόγου  Οξυάς «Το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας».

Τα επώνυμα στην Οξυά Καρδίτσας το 1883

Και άλλα σημαντικά ιστορικά στοιχεία για το χωριό μας στο Ιστορικό, Λαογραφικό Μουσείο Καρδίτσας

Αυτή τη φορά τα Πρώτα Μητρώα Αρρένων που συντάχθηκαν για το χωριό μας αλλά και για την ευρύτερη περιοχή του Νομού μας. Τα Μητρώα αυτά καταρτίστηκαν το έτος 1883 και επικυρώθηκαν από τον αρμόδιο Ειρηνοδίκη, με έδρα το Φανάρι, το έτος 1884.

Το χωριό μας, που στα Μητρώα αυτά είναι καταγεγγραμένο ως «Σιάμη», ανήκε τότε στο Δήμο Γόμφων που είχε έδρα το Μουζάκι. Εκτός από το «Σιάμη» το Δήμο Μουζακίου τότε αποτελούσαν και τα χωριά Ροπωτό (σήμερα ανήκει στο Ν. Τρικάλων), Βουτσινά, Βούνιστα, Λαζαρίνα, Φλωρέσι, Πορτή, Ζερέτσι, Σκλάτινα, Νεβροβούνιστα και Μουζάκι. Να σημειωθεί ότι στα παραπάνω Μητρώα έχουν συμπεριληφθεί όλοι οι κάτω των σαράντα ετών (ηλικία στράτευσης) άρρενες που ήταν εν ζωή κατά το χρόνο κατάρτισής τους (έτος 1883). Οι άνω των σαράντα ετών τότε εν ζωή δεν περιλαμβάνονται.

Τα στοιχεία προέκυψαν μετά από έρευνα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και σήμερα τηρούνται στο Ιστορικό, Λαογραφικό Μουσείο Καρδίτσας, από το οποίο και μας παραχωρήθηκαν για το σκοπό δε αυτό ευχαριστούμε όλους τους αρμόδιους και ιδιαίτερα τον κ. Πέτρου Κουμπουρόζο.

Παραθέτουμε λοιπόν όλα τα ονόματα των συγχωριανών μας που περιλαμβάνονται στα ανωτέρω Μητρώα Αρρένων. Απ’ αυτά μπορεί κανείς να διαπιστώσει επώνυμα άγνωστα σήμερα στο χωριό μας, επώνυμα που εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι σήμερα αλλά και άλλα παρεμφερή με σημερινά, γεγονός που αποδεικνύει ότι με τον καιρό κάποια επώνυμα άλλαξαν μερικώς, χωρίς ωστόσο να αποκλείονται, όπως οι αρμόδιοι του μουσείου μας είπαν, και τα λάθη των τότε «γραμματικών».

Κατεβάστε τη λίστα με τα ονόματα (71ΚΒ)

Τα «μερομήνια» στην Οξυά Καρδίτσας

Πρόκειται για τη συνήθεια των προγόνων μας αλλά και των εν ζωή σήμερα μεγαλύτερων σε ηλικία συγχωριανών μας να προσπαθούν, βασιζόμενοι  στις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν τις πρώτες δώδεκα μέρες του μήνα Αύγουστου – τελευταίου του καλοκαιριού, να προβλέψουν τον καιρό που θα κάνει τον υπόλοιπο χρόνο και ιδίως τον επερχόμενο χειμώνα.

Μη έχοντας τότε άλλα μέσα, ρύθμιζαν και προγραμμάτιζαν με βάση την πρόβλεψη αυτή τις υποχρεώσεις τους, προμηθεύονταν τα απαραίτητα για το χειμώνα (τρόφιμα, αλεύρι, ζωοτροφές, κ.λ.π.) και … ανέμεναν.

Σύμφωνα, λοιπόν, με μαρτυρίες ηλικιωμένων η πρόβλεψη γίνονταν ως εξής : Κάθε μία από τις πρώτες δώδεκα μέρες του Αυγούστου αντιστοιχούσε κατά σειρά σε έναν από τους μήνες του επερχόμενου έτους. Π.χ. η πρώτη μέρα αντιστοιχούσε στον επερχόμενο μήνα Ιανουάριο, η δεύτερη στο Φεβρουάριο, κ.λ.π. . Από εδώ άλλωστε προέρχεται και η λέξη «μερομήνια».  Αν, τώρα, σε κάποια από αυτές τις πρώτες δώδεκα μέρες του Αυγούστου είχε καλοκαιρία τότε προέβλεπαν ότι κατά τον αντίστοιχο μήνα του επερχόμενου έτους θα επικρατούσε κακοκαιρία. Αν σε μια από τις μέρες αυτές επικρατούσε  κακοκαιρία, αυτό σήμαινε πως κατά τον αντίστοιχο μήνα θα επικρατούσαν καλές καιρικές συνθήκες.

Ωστόσο, υπήρχαν – και υπάρχουν ακόμα – και αυτοί που ερμήνευαν διαφορετικά από ότι παραπάνω περιγράφεται τις καιρικές συνθήκες των πρώτων δώδεκα ημερών του Αυγούστου,  υποστηρίζοντας ότι κατά το μήνα που η κάθε μια από τις μέρες αυτές «εκπροσωπεί» θα επικρατούν οι ίδιες καιρικές συνθήκες, όπως και τη μέρα αυτή. Πίστευαν, δηλαδή, ότι η καλοκαιρία αντιστοιχούσε σε καλοκαιρία και η κακοκαιρία σε κακοκαιρία.

Όποια «πρόβλεψη» και αν επιβεβαιώνονταν κάθε φορά, αυτό που έχει σήμερα σημασία είναι πως τα «μερομήνια» αποτελούν σήμερα ακόμα ένα στοιχείο της παράδοσης και της λαογραφίας του χωριού μας, της Οξυάς Καρδίτσας.

Τα παπούτσια που φορούσαν στα ορεινά χωριά τη δεκαετία 1940-1950

Τα παπούτσια που φορούσαν στα ορεινά χωριά τη δεκαετία 1940-1950, ήταν τα σκαρπίνια, τα τσαρούχια με φούντα,  τα προκιαστά, αυτά από καουτσούκ και τα γουρουνοτσάρουχα.

Τα σκαρπίνια ήταν ίδια με τα σημερινά αλλά ήταν ακριβά και δεν είχε ο κόσμος χρήματα για να τα αγοράσει. Αυτά τα παπούτσια ήταν χειροποίητα. Στο Μουζάκι δεν υπήρχαν πολλοί τσαγκάρηδες που φτιάχνανε παπούτσια και επειδή τα χωριά ήταν πολλά και οι παραγγελίες πολλές, κάνανε  δέκα με δεκαπέντε ημέρες να τα φτιάξουν. Αυτά τα παπούτσια όσοι τα αγόραζαν τα είχαν για καλά, δηλαδή για τις επίσημες ημέρες όπως το Πάσχα και τα Χριστούγεννα, τους γάμους, τα πανηγύρια και άλλα.

Τα τσαρούχια με φούντα τα φορούσαν και πάλι λίγοι κάτοικοι. Συνήθως τα φορούσαν οι τσελιγκάδες και κάπου κάπου και κανένας τσοπάνης. Γινόντουσαν κατόπιν παραγγελίας και ήταν εξολοκλήρου από δέρμα. Είχαν διπλό βάρδουλο και διπλή σόλα για να κρατάνε τις πρόκες. Και αυτά τα φορούσαν στις γιορτινές ημέρες και ήταν πανέμορφα, αλλά ήταν βαριά διότι είχαν πρόκες από κάτω. Με τα σημερινά τσαρούχια δεν διέφεραν πολύ. Ήταν ίδια σαν αυτά που φοράνε οι τσολιάδες. Διέφεραν μόνο στην πρόκα.

Τα προκιαστά παπούτσια, όπως τα λέγαμε, ήταν και αυτά εξ ολόκληρου από δέρμα με διπλό βάρδουλο και διπλή σόλα για να κρατάνε τις πρόκες. Διέφεραν από τα τσαρούχια με τη φούντα στη μύτη. Αυτά είχαν τη μύτη προς τα κάτω και ήταν στρογγυλά, ενώ τα τσαρούχια είχαν τη μύτη προς τα επάνω. Ήταν λεπτή και από πάνω βάζανε τη φούντα. Τα προκιαστά παπούτσια τα φορούσαν πολλοί κάτοικοι των ορεινών χωριών και πιο πολύ οι τσοπάνηδες για να περπατάνε στα βουνά, διότι ήταν αντοχής. Επίσης τα φορούσαν και οι γυναίκες.

Τα παπούτσια από καουτσούκ ήταν εξ ολοκλήρου από λάστιχο και ήταν εισαγωγής  από χώρες που παρήγαγαν το καουτσούκ. Κυκλοφορούσαν σε τρεις κατηγορίες : Α) Μπότες, οι οποίες κυκλοφορούν και σήμερα. Τις χρησιμοποιούν αγρότες, οικοδόμοι, ψαράδες, κυνηγοί και άλλοι. Β) Αλυσίδα και γ) καμπάνα ήταν τα καουτσούκ που είχαν  ευρεία κατανάλωση, και τούτο διότι τα φορούσε το σύνολο των ορεινών χωριών. Αμα έπιαναν οι ζέστες δεν φοριόντουσαν καθόλου, κι ας αφήσουμε ότι καίγανε και είχαν μυρωδιά.

Τα γουρουνοτσάρουχα. Ήταν παπούτσια εποχιακά. Τα φορούσαν μόνο τους χειμερινούς μήνες και πιο πολύ όταν είχε χιόνι. Ας δούμε πως γίνονταν:  Εκείνα τα χρόνια όπως οι πιο παλαιοί γνωρίζουν τα γουρούνια τα σφάζανε τις γιορτές των Χριστουγέννων. Αφού τα γδέρνανε, τα απλώνανε επάνω σε τάβλες, και τα τεντώνανε να μην έχουν ζάρες. Όταν έκρινε ο κάθε νοικοκύρης ότι το δέρμα είναι έτοιμο για τσαρούχια, το έπαιρνε κα το έβαζε στο πάτωμα για να το κόψει σε λωρίδες (φασκές). Να σημειωθεί ότι για να γίνει ένα γουρουνοτσάρουχο χρειάζονται α) μια λωρίδα  25 με 30 πόντους μήκος και β) 17 με 18 πόντους  φάρδος (πλάτος) ανάλογα και για ποιόν ήταν. Βάζανε το τομάρι στο πάτωμα παίρνανε μια πήχυ ή μια τάβλα ίσια, μετρούσανε τους 17 ή 18 πόντους  πλάτος. Το χαράζανε και με ένα κοφτερό μαχαίρι το κόβανε από τη μια άκρη στην άλλη. Το μήκος της λωρίδας ήταν ανάλογα με το γουρούνι, αν ήταν μεγάλο έβγαζε μακριά λωρίδα αν ήταν μικρό έβγαζε μικρή. Από μια λωρίδα μπορούσαν να βγάλουν δύο ζευγάρια γουρουνοτσάρουχα. Αφού τα κόβανε το βάζανε σε έναν κουβά ή σε μια σκάφη με νερό όλη τη νύχτα να μαλακώσουν. Αφού πρώτα τα είχαν κόψει στο μέγεθος που αναφέραμε πιο πάνω, το κάθε τσαρούχι το ξυρίζανε γύρω γύρω για να μπορούν να κάνουν τις τρύπες. Από κάτω αφήνανε τις τρίχες, για να μην γλιστράνε στο χιόνι. Διπλώνανε το τσαρούχι στη μέση και κόβανε τη μύτη από μπροστά λοξά. Το δε πίσω μέρος δηλαδή τη φτέρνα την κόβανε στρογγυλά, για να εφαρμόζει στο πόδι μετά το ράψιμο. Λωρίδες βγάζουνε και μικρές για το ράψιμο του τσαρουχιού οι οποίες ήταν σαν τα σημερινά δερμάτινα κορδόνια. Αρχίζανε το ράψιμο από μπροστά δηλαδή από τη μύτη και μάλιστα τη μύτη τη ράβανε διπλά για να κρατάει. Μετά αρχίζανε το ράψιμο γύρω – γύρω σουρώνοντας για να πάρει το τσαρούχι τη φόρμα του. Όταν τελειώνανε το ράψιμο βάζανε και δυο λωρίδες για να δένουν το τσαρούχι.

Κώστας Ν. Γκέκας

Η ιστορία του Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου

Στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα ο ομώνυμος ναός αρχικά υπήρχε «βατιώνας» και το μέρος εκείνο ήταν γεμάτο νερά. Σ’ εκείνο το μέρος εμφανίζονταν – κατά την παράδοση – η εικόνα του Αγίου Δημητρίου μαζί μ’ ένα καντηλάκι που έκαιγε. Οι τότε κάτοικοι του χωριού μας έπαιρναν την εικόνα και την τοποθετούσαν σε άλλο πιο βολικό γι’ αυτούς σημείο, όμως αυτή επέστρεφε στη αρχική της θέση. Τότε, λοιπόν, αποφάσισαν να χτίσουν στο σημείο εκείνο – όπου δηλαδή και ο σημερινός ναός – εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Δημήτριο. Για να ξεπεράσουν την ακαταλληλότητα του εδάφους (πολλά βάτα και νερά) έκοψαν και μετέφεραν εκεί κορμούς δέντρων (φτελιάδες) και πάνω τους έριξαν μεγάλη ποσότητα μαλλιού (τετρακόσια «πουκάρια»). Έτσι το νερό, που βγαίνει ακόμα σε εκείνο το σημείο, περνούσε από κάτω και έφευγε για το ποτάμι. Έτσι χτίσανε στο μέρος εκείνο τον πρώτο αφιερωμένο στον Άγιο Δημήτριο ναό. Ο πρώτος αυτός ναός, που δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλος στις διαστάσεις του, άντεξε μέχρι και το 1924, οπότε και γκρεμίστηκε. Έτσι το 1925 χτίστηκε στο ίδιο σημείο και εγκαινιάσθηκε το 1928 νέος μεγαλύτερος και πιο μεγαλοπρεπής ναός αφιερωμένος στο Άγιο Δημήτριο, όμοιος μ’ αυτόν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που υπάρχει και σήμερα στο Μουζάκι και μ’  αυτόν του Αγίου Κωνσταντίνου στην Καρδίτσα. Λέγεται, μάλιστα, ότι οι ναοί αυτοί χτίστηκαν από τους ίδιους μαστόρους. Ο νέος αυτός ναός ήταν αγιογραφημένος, είχε πέτρινες κολώνες στην είσοδό του, είχε γυναικωνίτη, χώρους για γραφεία και κατηχητικά σχολεία αλλά και χώρους όπου πραγματοποιούνταν διάφορες εκδηλώσεις, όπως σχολικές γιορτές και θεατρικές παραστάσεις από μαθητές, τις οποίες παρακολουθούσε πολύς κόσμος και τις οποίες θυμούνται πολλοί ακόμα και σήμερα.

Όμως ο ναός αυτός άρχισε να παρουσιάζει από νωρίς προβλήματα, καθόσον είχαν χρησιμοποιηθεί για το χτίσιμο των θόλων πωρόλιθοι (πουρί), οι οποίοι, εξαιτίας της μετακίνησης από το πολύ χιόνι των κεραμιδιών της στέγης «τραβούσαν» το νερό που εισέρχονταν από τα κενά και με την παγωνιά συστέλλονταν και διαστέλλονταν, με αποτέλεσμα να προκαλούνται ζημιές και φθορές. Έτσι αποφασίστηκε να αντικατασταθούν οι πωρόλιθοι με πέτρες. Εξαιτίας, επίσης, της καθίζησης του εδάφους, γκρεμίστηκε το κάτω μέρος της εκκλησίας και αυτό χτίστηκε εκ νέου αλλά πιο μέσα σε σχέση με την αρχική του θέση, μικραίνοντας σημαντικά το μέγεθος του ναού. Επειδή, ωστόσο, συνέχιζαν να εμφανίζονται προβλήματα από τις κατολισθήσεις, αποφασίστηκε και γκρεμίστηκε – αρχές δεκαετίας του 1950 –   το μεγαλύτερο μέρος του ναού, με σκοπό να χτιστεί εξ’ αρχής καινούργιος. Κάποιοι θυμούνται ότι το 1956 τελέστηκε γάμος στο χώρο του ναού, ενώ το μεγαλύτερο μέρος αυτού είχε γκρεμιστεί και υπήρχαν μόνο το δάπεδο και το τέμπλο του ιερού.

Στο τέλος της δεκαετίας του 1950 χτίστηκε ο νέος ναός του Αγίου Δημητρίου, που και αυτός, όμως, παρουσίασε προβλήματα και υπέστη ζημιές από την καθίζηση του εδάφους, με αποτέλεσμα το έτος 2000 να γκρεμιστεί κατά το μεγαλύτερο μέρος του για να ξαναχτιστεί  με τη βοήθεια όλων των συγχωριανών και να λάβει τη σημερινή οριστική του μορφή, με την οποία λειτουργεί από τις 26 Οκτωβρίου 2003.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Το κείμενο συντάχθηκε με βάση μαρτυρίες ηλικιωμένων κατοίκων της Οξυας.

Επιμέλεια : Γιώργος Δ. Καραβίδας

Από τα βασικά ιστορικά στοιχεία του χωριού μας…

« ……. Η εγγραφή σε επίσημα μητρώα των γεννηθέντων στην Οξυά αρχίζει από τους γεννημένους το 1828 και ο πρώτος (και μοναδικός γι’ αυτό το έτος) εγγεγραμμένος σ’ αυτά είναι ο Κούτσικος Κώνστας….. (περισσότερα στοιχεία για τα επώνυμα του χωριού μας βλ. στην ιστοσελίδα του Συλλόγου μας,  www.oxyakarditsas,gr, εννότητα ιστορία της Οξυάς) 

………………………………………

Γύρω στο 1770 πέρασε από την Οξυά ο Άγ. Κοσμάς ο Αιτωλός. Σώθηκε μια φράση στο τέλος της ομιλίας προς του κατοίκους που έμοιαζε με προφητεία, ότι «με τον καιρό θα σκορπιστεί το χωριό τόσο, που δε θα ακούγεται ο κόκορας από τη μία άκρη ως την άλλη».

……………………………………

«ΣΙΓΝΑ : Από τα αρχαιότερα έθιμα του χωριού. Συνίστατο στην περιφορά από τους πιστούς όλων των ιερών εικόνων του Ναού κατά μήκος της περιφέρειας αυτού, με τη συνοδεία του ιερέα, ψέλνοντας αναστάσιμους και άλλους εκκλησιαστικούς ύμνους αλλά και στο «ύψωμα» διάφορων, κυρίως αιωνόβιων δένδρων (τρύπημα του κορμού, γέμισμα με αντίδωρο και σφράγισμα με κερί)». Περισσότερα δείτε στην ιστοσελίδα του Συλλόγου μας www.oxyakarditsas.gr .