….Η Οξυά ως ένα από τα γνησιότερα ελληνικά χωριά !!!

Η Οξυά είναι ένα από τα γνησιότερα χωριά της Ελλάδας. Οι κάτοικοί της είναι εργατικοί, φιλόξενοι και αγνοί. Κρατούν ψηλά τα ιδεώδη και τις αρχές της ελληνικής φυλής και εκφράζουν με απλοχεριά και ειλικρίνεια τα φιλόξενα αισθήματά τους. Κατάφεραν να διατηρήσουν το γνήσιο ελληνικό χαρακτήρα τους και την Ελληνική γλώσσα αμόλυντη και καθαρή, απέναντι στους διάφορους κατά καιρούς επιδρομείς του Ελληνικού χώρου, βοηθούμενοι και από το ορεινό και δύσβατο έδαφος της περιοχής. Τη μόνη νοθεία στη γλώσσα μας αποτελούν λίγες μόνο λέξεις, κατάλοιπο της τουρκοκρατίας και αναπόφευκτη επιρροή από τις γύρω, επί πέντε σχεδόν αιώνες, τουρκοκρατούμενες πεδινές περιοχές.

Το χωριό δεν έχει, ακόμα, αξιοποιηθεί τουριστικά, παρότι υπάρχουν αρκετές ανάλογες δυνατότητες (π.χ. δημιουργία χώρων και κέντρων αναψυχής, χιονοδρομικού κέντρου, παραθεριστικών εγκαταστάσεων κ.λ.π.). Ελπίζουμε, βέβαια, ότι αυτό θα αποτελέσει μέριμνα της δημοτικής μας αλλά και κάθε άλλης αρμόδιας αρχής, έτσι ώστε, σε συνεργασία με τους τοπικούς φορείς (Τοπικό Συμβούλιο, Σύλλογοι) να υλοποιηθούν τα απαραίτητα έργα και να δημιουργηθεί η απαραίτητη υποδομή για να επιτευχθεί το καλλίτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Παρόλα αυτά όσοι επισκεφθούν το χωριό μας είναι σίγουρο ότι δεν θα μείνουν ασυγκίνητοι και ανεπηρέαστοι από την ηρεμία του πράσινου και την άγρια ομορφιά του τοπίου ενώ θα έχουν την ευκαιρία για ανανέωση και περιπέτεια. Δεν θα απογοητευτούν, επίσης, από την επικοινωνία με το περιβάλλον και τη γνωριμία και επαφή με την πολιτιστική κουλτούρα της περιοχής ενώ θα εντυπωσιαστούν και από τα μνημεία του χωριού και κυρίως από το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, το οποίο, λόγω του βυζαντινού στοιχείου, που κυριαρχεί σ’ αυτό, μεταφέρει τον επισκέπτη – προσκυνητή πολλά χρόνια πίσω σε καιρούς πολύ δύσκολους για την περιοχή και αποτελεί αναμφισβήτητη μαρτυρία και πιστή απόδειξη ότι και τότε οι Οξυώτες κατάφερναν, παρά την αναμφισβήτητη φτώχεια τους, να δημιουργούν κατά τρόπο πράγματι αξιοθαύμαστο για τις δυνατότητές τους.

Γεωγραφία

Η Οξυά είναι χτισμένη στις βόρειες πλευρές της Καράβας (2.184 μ. υψ.) και την περιβάλλουν οι κορυφές Μάλιας (1.970 μ. υψ.), Βουτσικάκι (2.154 μ. ) και Αη- Λιά ή Προφήτη Ηλία (1.758 μ. υψ.), καθώς και δάση από οξυές και έλατα.  Το χωριό ανήκει σήμερα στο Δήμο Μουζακίου Καρδίτσας. Απέχει από την Καρδίτσα 56 χιλιόμετρα και το υψόμετρό του φτάνει μέχρι και τα 1150 μέτρα.  Λόγω των πολλών οικισμών του, εκτείνεται σε μεγάλη έκταση και χωρίζεται σε δύο τμήματα από ένα φυσικό όριο, τον ποταμό Πάμισο. Η κύρια πηγή του Πάμισου είναι στο όρος  «Καράβα», ενώ άλλες πηγές του  είναι η θέση  «Μάτι» (κοντά στη βρύση Αλαμανή), «Αγ. Βαρβάρα», «Παλιάμπελα», «Αχυρώνες» και «Γκέκα».

Ονομασία

Η παλιότερη ονομασία του χωριού ήταν Σιάμ από τη σύντμηση της πρώτης ονομασίας Σιάμος. Σύμφωνα με την παράδοση, το χωριό πρέπει να ιδρύθηκε την περίοδο 1393-1422, ενώ κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας αποτέλεσε καταφύγιο αρκετών από τους κυνηγημένους κατοίκους του κάμπου.  Η ονομασία «Οξυά» δόθηκε με διάταγμα το 1930, εξαιτίας του ιστορικού δάσους οξυάς που βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλευρά του χωριού.

Οικονομία

Εξέχουσα θέση στην οικονομία του χωριού κατείχε η κτηνοτροφία, που κυριαρχεί και σήμερα στους λίγους εναπομείναντες μόνιμους κατοίκους του χωριού, με τ διάφορα κτηνοτροφικά προϊόντα να παράγονται ακόμα αποκλειστικά και μόνο με παραδοσιακές μεθόδους. Οι εναπομείναντες κάτοικοι του χωριού ασχολούνται επίσης και με γεωργικές εργασίες, ενώ στις γειτονικές περιοχές (Μουζάκι, Καρδίτσα, κ.λ.π) έχει αναπτυχθεί έντονη επιχειρηματική δραστηριότητα από Οξυώτες.

Μνημεία

Στην Οξυά και την περιοχή της υπάρχουν αρκετές εκκλησίες, πολλές από τις οποίες συνδέονται άμεσα με την ιστορία του χωριού, όπως αυτή του Αγ. Δημητρίου, στο κέντρο του χωριού. Στο κέντρο του χωριού υπάρχει και η εκκλησία του Αγ. Ιωάννη, το ξωκλήσι του Αγ. Γεωργίου, της Αγ. Κυριακής, το ξωκλήσι της Αγ.    Βαρβάρας και το μικρό εκκλησάκι της Παναγίας.  Συναντούμε, επίσης, τα εκκλησάκια  της Αγ. Παρασκευής στον οικισμό Πλατάνια, του Προφήτη Ηλία στο Παλαιοχώρι, του Αγίου Γεωργίου στο βράχο της Συκιάς και το ξωκλήσι του Αγ. Νικολάου, στη διαδρομή προς το Βλάσι.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν ο πετρόχτιστος μύλος στη θέση  «Παλιάμπελα», ηλικίας περίπου ενός αιώνα, που βρίσκεται, δυστυχως, υπό κατάρρευση, καθώς και το εντυπωσιακό παλαιό τοξωτό γεφύρι που υπάρχει στο Παλαιοχώρι και ενώνει τον οικισμό αυτόν με το κέντρο του χωριού και το παλιό γεφύρι που υπάρχει στη θέση «Τσιλιγκέικα», τα μοναδικά εναπομείναντα από τα πολλά πέτρινα τοξωτά γεφύρια που υπήρχαν στο χωριό.

     Η ιστορία του Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου

    Στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα ο ομώνυμος ναός αρχικά υπήρχε «βατιώνας» και το μέρος εκείνο ήταν γεμάτο νερά. Σ’ εκείνο το μέρος εμφανίζονταν – κατά την παράδοση – η εικόνα του Αγίου Δημητρίου μαζί μ’ ένα καντηλάκι που έκαιγε. Οι τότε κάτοικοι του χωριού μας έπαιρναν την εικόνα και την τοποθετούσαν σε άλλο πιο βολικό γι’ αυτούς σημείο, όμως αυτή επέστρεφε στη αρχική της θέση. Τότε, λοιπόν, αποφάσισαν να χτίσουν στο σημείο εκείνο – όπου δηλαδή και ο σημερινός ναός – εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Δημήτριο. Για να ξεπεράσουν την ακαταλληλότητα του εδάφους (πολλά βάτα και νερά) έκοψαν και μετέφεραν εκεί κορμούς δέντρων (φτελιάδες) και πάνω τους έριξαν μεγάλη ποσότητα μαλλιού (τετρακόσια «πουκάρια»). Έτσι το νερό, που βγαίνει ακόμα σε εκείνο το σημείο, περνούσε από κάτω και έφευγε για το ποτάμι. Έτσι χτίσανε στο μέρος εκείνο τον πρώτο αφιερωμένο στον Άγιο Δημήτριο ναό. Ο πρώτος αυτός ναός, που δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλος στις διαστάσεις του, άντεξε μέχρι και το 1924, οπότε και γκρεμίστηκε. Έτσι το 1925 χτίστηκε στο ίδιο σημείο και εγκαινιάσθηκε το 1928 νέος μεγαλύτερος και πιο μεγαλοπρεπής ναός αφιερωμένος στο Άγιο Δημήτριο, όμοιος μ’ αυτόν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που υπάρχει και σήμερα στο Μουζάκι και μ’  αυτόν του Αγίου Κωνσταντίνου στην Καρδίτσα. Λέγεται, μάλιστα, ότι οι ναοί αυτοί χτίστηκαν από τους ίδιους μαστόρους. Ο νέος αυτός ναός ήταν αγιογραφημένος, είχε πέτρινες κολώνες στην είσοδό του, είχε γυναικωνίτη, χώρους για γραφεία και κατηχητικά σχολεία αλλά και χώρους όπου πραγματοποιούνταν διάφορες εκδηλώσεις, όπως σχολικές γιορτές και θεατρικές παραστάσεις από μαθητές, τις οποίες παρακολουθούσε πολύς κόσμος και τις οποίες θυμούνται πολλοί ακόμα και σήμερα.

    Όμως ο ναός αυτός άρχισε να παρουσιάζει από νωρίς προβλήματα, καθόσον είχαν χρησιμοποιηθεί για το χτίσιμο των θόλων πωρόλιθοι (πουρί), οι οποίοι, εξαιτίας της μετακίνησης από το πολύ χιόνι των κεραμιδιών της στέγης «τραβούσαν» το νερό που εισέρχονταν από τα κενά και με την παγωνιά συστέλλονταν και διαστέλλονταν, με αποτέλεσμα να προκαλούνται ζημιές και φθορές. Έτσι αποφασίστηκε να αντικατασταθούν οι πωρόλιθοι με πέτρες. Εξαιτίας, επίσης, της καθίζησης του εδάφους, γκρεμίστηκε το κάτω μέρος της εκκλησίας και αυτό χτίστηκε εκ νέου αλλά πιο μέσα σε σχέση με την αρχική του θέση, μικραίνοντας σημαντικά το μέγεθος του ναού. Επειδή, ωστόσο, συνέχιζαν να εμφανίζονται προβλήματα από τις κατολισθήσεις, αποφασίστηκε και γκρεμίστηκε – αρχές δεκαετίας του 1950 –   το μεγαλύτερο μέρος του ναού, με σκοπό να χτιστεί εξ’ αρχής καινούργιος. Κάποιοι θυμούνται ότι το 1956 τελέστηκε γάμος στο χώρο του ναού, ενώ το μεγαλύτερο μέρος αυτού είχε γκρεμιστεί και υπήρχαν μόνο το δάπεδο και το τέμπλο του ιερού.

    Στο τέλος της δεκαετίας του 1950 χτίστηκε ο νέος ναός του Αγίου Δημητρίου, που και αυτός, όμως, παρουσίασε προβλήματα και υπέστη ζημιές από την καθίζηση του εδάφους, με αποτέλεσμα το έτος 2000 να γκρεμιστεί κατά το μεγαλύτερο μέρος του για να ξαναχτιστεί  με τη βοήθεια όλων των συγχωριανών και να λάβει τη σημερινή οριστική του μορφή, με την οποία λειτουργεί από τις 26 Οκτωβρίου 2003.

Το μοναστήρι της Αγίας Τριάδος

To πιο αξιόλογο όμως μνημείο του χωριού, που επιβάλλεται να επισκεφθεί κάποιος, είναι η Ιερά Μονή Αγ. Τριάδος, που ιδρύθηκε στις αρχές του 17ου αι. , και συμπίπτει με την αρχιερατεία του αγίου ιερομάρτυρα Σεραφείμ του θαυματουργού. Είναι χτισμένη σε θαυμάσια τοποθεσία, με πλήθος δένδρα να το περιβάλουν και με θέα απεριόριστη.

Δεσπόζει σε ολόκληρη την περιοχή και είναι η καρδιά της Οξυάς, ενός χωριού με τρεις ενορίες και με πολλούς oικισμούς. Το καθολικό είναι τρίκογχος σταυρεπίστεγος ναός που αντί για τρούλο έχει στο μέσον ημισφαίριο, όπου εσωτερικά απεικονίζεται ο Παντοκράτωρ. Στοιχεία (χρονολογία σε πέτρα του ναού) μαρτυρούν ότι ο ναός αυτός είναι πιθανό να υπήρχε από πολύ νωρίτερα και συγκεκριμένα από τον 11 ο αι. (1020). Σύμφωνα με επιγραφή πάνω από την είσοδο του ναού, αυτός ανακαινίσθηκε το έτος 1662 ενώ άλλη επιγραφή μαρτυρεί ότι το έτος 1682 ολοκληρώθηκε η αγιογράφησή του, βυζαντινής αυστηρά τεχνοτροπίας. Το μοναστήρι είναι σήμερα φτωχό σε κειμήλια. Το αρπακτικό μάτι του ανατολίτη κατακτητή άρπαξε ότι ήταν πολύτιμο και είχε αξία, ενώ η εγκατάλειψη κατά τα τελευταία μέχρι και το 1940 χρόνια συμπλήρωσε την καταστροφή. Την περίοδο, μάλιστα, αυτή το μοναστήρι, λόγω της ολοκληρωτικής εγκατάλειψής του, παρουσίαζε εικόνα ερείπωσης. Καθοριστική για την επιβίωσή του ήταν, τότε αλλά και μεταγενέστερα, η συμβολή του μακαριστού ιερέως Θωμά Κούτσικου ή Παπα-Θωμά, ο οποίος το παρέλαβε σχεδόν ερειπωμένο και κατάφερε όχι μόνο να αποτρέψει την ολοκληρωτική του καταστροφή αλλά να το παραδώσει γεμάτο ζωή στις επόμενες γενιές.

Από τις εργασίες για την αναστύλωση του μοναστηριού, που έγιναν από τον παραπάνω ιερέα, ξεχωρίζουν η ανακατασκευή του παλιού υδραγωγείου το 1945, η ανέγερση των βορειοδυτικών κελιών το 1965, η προσθήκη νάρθηκα στον κυρίως ναό, που έγινε το 1951 και σήμερα χρησιμοποιείται ως γυναικωνίτης, η κατασκευή, το 1965, του επιβλητικού δωδεκάμετρου καμπαναριού, που δεσπόζει στη θέση του εντυπωσιακό μέχρι και σήμερα, κ.λ.π. . Σημαντικότατο είναι επίσης και το έργο του σημερινού ιερέα του μοναστηριού Κων/νου Τόλια, που μερίμνησε για την επέκταση των εγκαταστάσεών του, την αποτροπή της ολοκληρωτικής καταστροφής των αγιογραφιών του, την ανάπτυξη δραστηριοτήτων με σκοπό να διατηρηθεί η ζωή σ’ αυτό, κ.λ.π. Κατά την περίοδο της ακμής του το μοναστήρι διατηρούσε μεγάλη κινητή (ζώα, μικρά ή μεγάλα) και ακίνητη περιουσία, κυρίως κτήματα, καλλιεργήσιμα και μη, τα οποία όμως αργότερα πουλήθηκαν ή απαλλοτριώθηκαν.

Τα σημαντικότερα ιστορικά στοιχεία

Η πρώτη εγγραφή σε επίσημα μητρώα των γεννηθέντων στην Οξυά αρχίζει από τους γεννημένους το 1828 και ο πρώτος (και μοναδικός γι’  αυτό το έτος) εγγεγραμμένος σ’  αυτά είναι ο Κούτσικος Κώνστας, χωρίς να γνωρίζουμε άλλα στοιχεία του.

Γύρω στο 1770 πέρασε από την Οξυά ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Σώθηκε μια φράση στο τέλος της ομιλίας προς του κατοίκους που έμοιαζε με προφητεία, ότι «με τον καιρό θα σκορπιστεί το χωριό τόσο, που δε θα ακούγεται ο κόκορας από τη μία άκρη ως την άλλη». Πράγματι μετά από εκατό χρόνια, το χωριό σκορπίστηκε όπως είναι  σήμερα, σε πολλούς, δηλαδή οικισμούς που απέχουν μάλιστα αρκετή απόσταση μεταξύ τους.

Γνωστό είναι, σύμφωνα με ιστορικές πηγές και  το «Στρατόπεδο της Οξυάς», που είχε ιδρυθεί στο χωριό μας την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης και συγκεκριμένα το καλοκαίρι του 1823, από τον Γεώργιο  Καραϊσκάκη, αρματωλό τότε των Αγράφων και άλλους καπεταναίους της επανάστασης. Ο κλονισμός, μάλιστα της υγείας του ανάγκασε τότε τον Γεώργιο Καρϊσκάκη να αποσυρθεί στο Μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, όπου πραγματοποίησε και σύσκεψη με τους άλλους καπεταναίους.

Βαρύς είναι και ο φόρος αίματος του χωριού μας στο βωμό της ελευθερίας της πατρίδας. Ιδιαίτερα, όμως, τιμητική θα πρέπει να θεωρείται η πρωτιά που έχει το χωριό μας στον Ελληνοϊταλλικό πόλεμο του 1940, στον οποίο ο πρώτος νεκρός στρατιώτης από το νομό Καρδίτσας κατάγονταν από την Οξυά και ονομάζονταν Καραβίδας Απόστολος του Κωνσταντίνου, υπηρετούσε στο 51ο σύνταγμα Πεζικού και φονεύθηκε στη θέση Ταμπούρι Σαμαρίνας.

  • Γεωγραφικά στοιχεία
  • Προέλευση του ονόματος
  • Οικονομία
  • Η Οξυά είναι χτισμένη στις βόρειες πλευρές της Καράβας (2.184 μ. υψ.) και την περιβάλλουν οι κορυφές Μάλιας (1.970 μ. υψ.), Βουτσικάκι (2.154 μ. ) και Αη- Λιά ή Προφήτη Ηλία (1.758 μ. υψ.), καθώς και δάση από οξυές και έλατα. Το χωριό ανήκει σήμερα στο Δήμο Μουζακίου Καρδίτσας. Απέχει από την Καρδίτσα 56 χιλιόμετρα και το υψόμετρό του φτάνει μέχρι και τα 1150 μέτρα. Βορειοανατολικά του χωριού βρίσκεται η ευρύτερη περιοχή της λίμνης Πλαστήρα, νότια τα χωριά της περιοχής Αργιθέας, βορειοδυτικά τα χωριά Δρακότρυπα, Βατσουνιά και Πορτή, που ανήκουν επίσης στο Δήμο Μουζακίου και μετά απ’ αυτά βρίσκονται τα ορεινά χωριά του νομού Τρικάλων (περιοχή Κόζιακα). Τέλος βόρεια απλώνεται η περιοχή του Μουζακίου.

  • Η παλιότερη ονομασία του χωριού ήταν Σιάμ από τη σύντμηση της πρώτης ονομασίας Σιάμος. Σύμφωνα με την παράδοση, το χωριό πρέπει να ιδρύθηκε την περίοδο 1393-1422. Η ονομασία Οξυά δόθηκε με διάταγμα το 1930, εξαιτίας του ιστορικού δάσους οξυάς που βρίσκεται στη ΝΑ πλευρά του χωριού. Γύρω στο 1770 πέρασε από την Οξυά ο Άγ. Κοσμάς ο Αιτωλός. Σώθηκε μια φράση στο τέλος της ομιλίας προς του κατοίκους που έμοιαζε με προφητεία, ότι «με τον καιρό θα σκορπιστεί το χωριό τόσο, που δε θα ακούγεται ο κόκορας από τη μία άκρη ως την άλλη». Πράγματι μετά από εκατό χρόνια, το χωριό σκορπίστηκε όπως είναι και σήμερα. Σήμερα λειτουργεί ο μύλος στα Παλιάμπελα, πετρόχτιστος, ηλικίας περίπου ενός αιώνα ενώ στον οικισμό Παλαιοχώρι υπάρχει παλιό τοξωτό γεφύρι που ενώνει τον οικισμό με το κέντρο της Οξυάς. Παλιό γεφύρι υπάρχει και στη θέση «Τσιλιγκέικα».

  • Εξέχουσα θέση στην οικονομία του χωριού κατέχει η κτηνοτροφία. Εκτρέφονται κυρίως κοπάδια με αιγοπρόβατα και τα κτηνοτροφικά προϊόντα παράγονται ακόμα αποκλειστικά και μόνο με παραδοσιακές μεθόδους, λόγω και της έλλειψης σύγχρονων μέσων στην περιοχή. Οι εναπομείναντες κάτοικοι του χωριού ασχολούνται επίσης και με γεωργικές εργασίες, ενώ στις γειτονικές περιοχές (Μουζάκι, Καρδίτσα, κ.λ.π) έχει αναπτυχθεί έντονη επιχειρηματική δραστηριότητα από Οξυώτες που έχουν άμεση και καθημερινή, σχεδόν, επαφή με το χωριό.